Μινωικό αξιοθέατο του Μόχλου

Μινωικό αξιοθέατο του Μόχλου
Οι ανασκαφές
Ο Αμερικανός αρχαιολόγος R. B. Seager ανακάλυψε τον Μόχλο το 1907 με τις υποδείξεις ενός ντόπιου ψαρά 
και τον αμέσως επόμενο χρόνο ξεκίνησε ανασκαφές στο μικρό νησάκι που έφεραν στο φως 20 χτιστούς τάφους και περίπου 12 κατοικίες.
Το 1955 οι J. Leatham και S. Hood, με υποβρύχιες έρευνες ανακάλυψαν ρωμαϊκές ιχθυοδεξαμενές στην ακτή απέναντι από το νησάκι, επιβεβαιώνοντας έτσι την υπόθεση του Seager ότι το νησί του Μόχλου ήταν χερσόνησος κατά την εποχή του Χαλκού.
Ο καθαρισμός και η νεώτερη έρευνα του ήδη ανασκαμμένου χώρου που έγινε το 1970 απέδωσε πολύ σημαντικά ευρήματα, ενώ από το 1989 ως το 1994, με υπεύθυνους τους καθηγητές Κ. Δαβάρα και J. Soles, έγιναν εκτεταμένες ανασκαφικές έρευνες.

Πρωτομινωκή περίοδος
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα των ανασκαφών, οι πρώτοι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στο νησί του Μόχλου κατά την Πρωτομινωική Ι περίοδο.
Τότε ο οικισμός ήταν μικρός, όμως με την άφιξη νέων κατοίκων, ίσως από την Κεντρική Κρήτη, κατά την Πρωτομινωική ΙΙ, ο οικισμός μεγάλωσε σημαντικά και στην Πρωτομινωική ΙΙΙ έγινε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του μινωικού πολιτισμού.
Η γύρω περιοχή παρείχε πλούσια αγροτική παραγωγή και ο στενός πορθμός που ένωνε στην αρχαιότητα το σημερινό νησάκι με τη στεριά, σχηματίζοντας δυο φυσικά λιμάνια, προστάτευαν τα πλοία από κάθε είδους καιρικές συνθήκες.
Ως σημαντικό κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου, εισήγαγε οψιανό από τη Μήλο και άλλες πρώτες ύλες από την Ανατολή, τις οποίες διοχέτευε στην υπόλοιπη Κρήτη.
Η ανακάλυψη ενός σφραγιδοκύλινδρου που προέρχεται από τη Βόρεια Συρία και χρονολογείται γύρω στον 18ο π.Χ. αιώνα, αποδεικνύει τη σπουδαιότητα του λιμανιού.
Στη "συνοικία των τεχνιτών" κατασκευάζονταν χρυσά κοσμήματα, σφραγιδόλιθοι, και τα φημισμένα λίθινα αγγεία του Μόχλου, πολλά από τα οποία βρέθηκαν σε τάφους αυτής της εποχής. 
Το νεκροταφείο της Πρωτομινωικής περιόδου βρίσκεται στη δυτική πλευρά του νησιού και είναι από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα της ανατολικής Κρήτης.
Οι σπουδαιότεροι τάφοι ήταν μνημειώδεις, χτιστοί σαν σπίτια και περιείχαν χρυσά κοσμήματα, σφραγιδόλιθους, πήλινα και λίθινα αγγεία εξαιρετικής τέχνης, τα οποία σήμερα εκτίθενται στα Μουσεία Ηρακλείου και Αγίου Νικολάου και Σητείας.
Τα σχήματα ορισμένων αγγείων μιμούνται αιγυπτιακά πρότυπα και ενισχύουν τη μαρτυρία των σχέσεων Κρήτης-Αιγύπτου από την Πρωτομινωική ακόμη εποχή.
Το νεκροταφείο που βρίσκεται στο νησάκι ήταν σε χρήση έως την Μεσομινωική περίοδο.

Υστερο-Μινωική περίοδος
Μετά την καταστροφή από την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας κατά την Υστερομινωική ΙΑ περίοδο, η πόλη του Μόχλου ανακατασκευάστηκε και επεκτάθηκε. 
Αυτό απέδειξαν οι ανασκαφές που αποκάλυψαν στρώμα ηφαιστειακής τέφρας κάτω από το πάτωμα και τους τοίχους ενός σπιτιού.
Το πολεοδομικό της σύστημα είναι όμοιο με εκείνο των άλλων μινωικών πόλεων της Ψείρας και των Γουρνιών.
Η νέα πόλη είχε κεντρικούς δρόμους και άλλους μικρότερους που τη χώριζαν σε συνοικίες.
Τα σπίτια ήταν χτισμένα σε διαφορετικά επίπεδα προσαρμοσμένα στην κλίση του εδάφους και είχαν δύο ή και τρεις ορόφους.
Οι ογκόλιθοι από ψαμμίτη που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή τους προέρχονται από τη ρεματιά στη Θέση Βαγιά στα ανατολικά του σύγχρονου οικισμού που λειτούργησε σαν λατομείο κατά την Υστερομινωική ΙΒ περίοδο.
Από το ίδιο λατομείο προμηθεύτηκαν οικοδομικό υλικό οι κάτοικοι των Γουρνιών για την κατασκευή του "ανακτόρου" της πόλης τους.
Κατά την Υστερομινωική ΙΒ περίοδο φαίνεται να έγιναν μεγάλες αλλαγές.
Το μέγεθος της πόλης μειώθηκε αισθητά, τα παλιά σπίτια επιδιορθώθηκαν και ξανακατοικήθηκαν.
Άλλαξαν ακόμη και οι ταφικές συνήθειες.
Οι τάφοι τώρα είναι θαλαμοειδείς, λαξευτοί στις μαλακές πλαγιές του λόφου.
τα σώματα των νεκρών τοποθετούνται σε πήλινες λάρνακες και σε πίθους μαζί με τα κτερίσματά τους.
Το νεκροταφείο αυτής της εποχής εντοπίστηκε στη θέση Λιμενάρια, στα δυτικά του σύγχρονου οικισμού, όπου έχουν ανασκαφεί τριάντα ασύλητοι τάφοι οι οποίοι περιείχαν συνολικά πάνω από εκατό αγγεία υψηλής τέχνης.

Ελληνιστική περίοδος
Η τελευταία φάση εκτεταμένης κατοίκησης στο νησί του Μόχλου
αντιπροσωπεύεται από μια οχύρωση του 1ου π.Χ. αιώνα στην βόρεια
και ανατολική πλευρά του. Η οχύρωση αυτή ίσως ήταν μια προσπάθεια της Ιεράπυτνας να ενισχύσει την εποχή εκείνη την παρουσία της στη βόρεια ακτή της Κρήτης.

Πληροφορίες

Jeffrey S. Soles
Website[javascript protected email address]

Βιβλιοθήκη εικόνων



Καιρός

Τοποθεσία